αποπειρώμαι

αποπειρώμαι
(α)
1) пытаться, пробовать; 2) юр. покушаться

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "αποπειρώμαι" в других словарях:

  • αποπειρώμαι — αποπειρώμαι, αποπειράθηκα βλ. πίν. 99 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αποπειρώμαι — (AM ἀποπειρῶμαι, άομαι) [απόπειρα] δοκιμάζω να κάνω κάτι, προσπαθώ, επιχειρώ …   Dictionary of Greek

  • αποπειρώμαι — άθηκα, κάνω απόπειρα, προσπαθώ, χωρίς επιτυχία, να κάνω κάτι: Αποπειράθηκε να περάσει το ποτάμι και πνίγηκε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποπειρῶμαι — ἀποπειράομαι make trial pres subj mp 1st sg (attic epic ionic) ἀποπειράομαι make trial pres ind mp 1st sg ἀποπειράομαι make trial pres subj mp 1st sg (attic epic doric ionic) ἀποπειράομαι make trial pres subj mp 1st sg (attic epic ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Liste unregelmäßiger Verben im Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben des Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben im Neugriechischen — sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden. Inhaltsverzeichnis 1 Vorbemerkungen und Statistik 2… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige neugriechische Verben — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • πειρώμαι — πειρῶμαι, άομαι, ΝΑ, πειρῶ, άω, Α προσπαθώ να πράξω ή να επιτύχω κάτι, επιχειρώ, αποπειρώμαι, δοκιμάζω («τους Σκύθας παρὰ Φᾱσιν ποταμὸν πειρᾱν ἐς τὴν Μηδικὴν ἐσβαλεῑν», Ηρόδ.) νεοελλ. (η μτχ. μέσ. παρακμ.) πεπειραμένος, η, ο 1. αυτός που έχει… …   Dictionary of Greek

  • προπειράζω — Α 1. αποπειρώμαι, δοκιμάζω προηγουμένως να κάνω κάτι 2. γεύομαι, δοκιμάζω στη γεύση προηγουμένως. [ΕΤΥΜΟΛ. < προ * + πειράζω «προσπαθώ»] …   Dictionary of Greek

  • προσπαθώ — προσπαθῶ, έω, ΝΜΑ [προσπαθής] 1. εντείνω συγχρόνως τις σωματικές και τις πνευματικές μου δυνάμεις για την επίτευξη ενός σκοπού 2. δοκιμάζω, αποπειρώμαι («προσπάθησε να μέ κοροϊδέψει») μσν. αρχ. υφίσταμαι την επίδραση από την επαφή με κάτι,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»